Άρτεμις Μπαλτογιάννη «Δεν επέλεξα εγώ το επάγγελμα, αυτό με επέλεξε»

September 22, 2019

ΒHMAmagazino

Μουλίνος Ζάχος

Η σύμβουλος τέχνης που μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ και στην Ελλάδα παρουσιάζει το νέο της εγχείρημα στον Πειραιά.


Ένα γλυκό αεράκι φυσά στον πολύβουο Πειραιά καθώς διασχίζουμε την οδό Πολυδεύκους. Στο ιστορικό επίνειο των Αθηνών, ανάμεσα σε σιδηρουργεία και παλιές εμπορικές αποθήκες, ένας νέος άνθρωπος αποφάσισε να ανοίξει έναν πρωτότυπο εκθεσιακό χώρο που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως διαμετακομιστικός σταθμός για όσους προβληματίζονται, ψάχνουν και δημιουργούν μέσα από την άμεση επαφή με την τέχνη.

Η Άρτεμις Μπαλτογιάννη , κόρη της Μάγδας Μπαλτογιάννη -στενής φίλης και συνεργάτιδας του διάσημου ζεύγους εικαστικών Φερνάντο Μποτέρο και Σοφίας Βάρη-, μεγάλωσε μέσα στην τέχνη. Η ίδια, σήμερα επιτυχημένη art advisor, με πορεία σε Ελλάδα και εξωτερικό , επιθυμεί μέσα από τον χώρο «THE INTERMIΣΣΙΟΝ», που εμπεριέχει ως δεύτερο συνθετικό τη λέξη «αποστολή», να ανοίξει ένα παράθυρο επικοινωνίας με την παγκόσμια σύγχρονη τέχνη μέσω του οποίου θα φέρει στην ταχέως αναπτυσσόμενη περιοχή Παπαστράτου -που πήρε το όνομά της από το παλιό εργοστάσιο της καπνοβιομηχανίας -μια φρέσκια, ενδιαφέρουσα εναλλακτική πνοή. Μια περιοχή που διακρίνεται ιστορικά από μια διαπολιτισμική κοινωνία, μέσα στην οποία διαφορετικοί πολιτισμοί δανείζουν και δανείζονται στοιχεία σε μια εξελικτική πορεία και που τα τελευταία χρόνια ανθεί.

Στην εναρκτήρια έκθεση παρουσιάζεται το έργο του ρηξικέλευθου Αμερικανού Τζον Νάιτ, παγκόσμιου πρωτοπόρου στη μετα-εννοιολογική τέχνη. Ο πολυσχιδής καλλιτέχνης που εκπροσωπείται από την Galerie Neu του Βερολίνου , με πολλές διεθνείς παρουσιάσεις στο ενεργητικό του , δημιουργεί δανειζόμενος τακτικές από τον χώρο της αρχιτεκτονικής, του design, της διαφήμισης, του τουρισμού και του επιχειρηματικού κλάδου . Συναντήσαμε την Άρτεμη Μπαλτογιάννη στον νέο εκθεσιακό χώρο και μιλήσαμε μαζί της για την ευκαιρία που δίνεται στο ελληνικό κοινό να έχει μία απευθείας σχέση με καλλιτέχνες και γκαλερί του εξωτερικού.

Πότε γεννήθηκε μέσα σας η ιδέα του νέου εκθεσιακού χώρου;

«Το αποφάσισα πολύ ξαφνικά, λίγο πριν από τα περασμένα Χριστούγεννα. Συζητούσαμε με φίλους στο πλαίσιο της Art Athina -πέρυσι είχα επιμεληθεί το young section- γύρω από την ιδέα να φέρουμε ξένες γκαλερί στην Ελλάδα, ώστε να υπάρχει μία επικοινωνία με τα καλλιτεχνικά δρώμενα του εξωτερικού. Σε αυτό το νέο εγχείρημα έχω κοντά μου συνεργάτες που εμπιστεύομαι».

Πώς εμπνευστήκατε την ονομασία THE INTERMIΣΣΙΟΝ;

«Άρχισα να το σκέφτομαι προτού φύγω από το Λος Αντζελες και προέκυψε αυθόρμητα μέσα στο αεροπλάνο. Δεν υπήρξε δεύτερη σκέψη… Μου άρεσε που μέσα στη λέξη υπάρχει το στοιχείο της αποστολής. Θέλω στον χώρο να υπάρχει πλουραλισμός και να μην είμαστε αγκιστρωμένοι σε συγκεκριμένα μοντέλα συνεργασίας, είτε αυτό αφορά τους καλλιτέχνες είτε το κοινό».

Η επιλογή του Πειραιά πως προέκυψε;

«Η επιλογή του Πειραιά έγινε καθαρά λόγω της Σύλβιας Κούβαλη που έχει δημιουργήσει τη RodeoGallery. Είμαστε φίλες και συνεργαζόμαστε πάρα πολλά χρόνια, είναι ένας άνθρωπος που εμπιστεύομαι και θαυμάζω. Μου άρεσε πολύ το κτίριό της και μόλις επέστρεψα στην Ελλάδα την πήρα τηλέφωνο και τη ρώτησα αν με θέλει λίγα μόλις μέτρα μακριά της. Ήταν θετική στην ιδέα και την επόμενη ημέρα ήρθα και είδα τον χώρο . Η περιοχή έχει πλούσια πολιτισμική ιστορία και πολυχρωμία στον κοινωνικό ιστό της».

Πως παίρνει την απόφαση να επιστρέψει στην Ελλάδα ένας νέος άνθρωπος που διακρίνεται επαγγελματικά στην Αμερική;

«Ζω στο εξωτερικό από 17 ετών. Τα τελευταία δύο χρόνια μοιράζω τον χρόνο μου μεταξύ του Λος Αντζελες και της Ελλάδας. Το γεγονός ότι δεν εκπροσωπώ καλλιτέχνες μού επιτρέπει να είμαι ευέλικτη. Συνεχίσω να ζω στο εξωτερικό και το νέο αυτό πρότζεκτ έχει δομηθεί έτσι ώστε να μην επηρεάζεται από αυτό. Είμαι σύμβουλος τέχνης, αυτή παραμένει η βασική μου επαγγελματική ενασχόληση και θεωρώ το INTERMIΣΣΙΟΝ προέκταση της δουλειάς μου. Συνεργάζομαι με συγκεκριμένους πελάτες και χτίζουμε μαζί τη συλλογή τους, από αυτό βιοπορίζομαι και μπορώ να έχω σήμερα αυτόν τον εκθεσιακό χώρο. Η ανάγκη νέων γκαλερί στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι στο εξωτερικό, πoυ υπάρχουν ήδη εκατοντάδες, όπως στη Νέα Υόρκη. Δυστυχώς αυτή τη στιγμή στη χώρα μας δεν λειτουργεί το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης… Δεν υπάρχει δημόσιος παράγοντας σε αυτό το κομμάτι, οπότε νομίζω πως ιδιωτικές δράσεις που γίνονται είτε μέσω γκαλερί είτε μέσω ιδιωτικών πρωτοβουλιών, όπως για παράδειγμα της Αταλάντης Μαρτίνου ή της Ηλιάνας Φωκιανάκη, δίνουν τη δυνατότητα στο ελληνικό κοινό να δει εκθέσεις που διαφορετικά δεν θα έρχονταν στη χώρα».

Ο πολιτιστικός τουρισμός μπορεί να δώσει μία επιπλέον ώθηση στην οικονομία της χώρας;

«Σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελούμε πολύ δυνατό πόλο τουρισμού και σαφώς πρέπει να το εκμεταλλευτούμε. Ενδεικτικά της θετικής επιρροής που έχει ο πολιτιστικός τουρισμός στην οικονομία της Ελλάδας είναι τα στοιχεία που έχουμε από τους ξένους που επισκέφθηκαν τη χώρα μας για την documenta».

Γιατί επιλέξατε στην εναρκτήρια έκθεση τον Τζον Νάιτ;

«Ο βασικός λόγος που τον επέλεξα είναι επειδή του αρέσει να δουλεύει in situ. Πηγαίνει πάντα στον χώρο, τον βλέπει, τον επεξεργάζεται και δημιουργεί με βάση τα δεδομένα που έχει . Είχα την περιέργεια να δω την καλλιτεχνική ματιά του Τζον Νάιτ μέσα σε αυτόν τον ιδιαίτερο χώρο, που δεν είναι ένα σύνηθες μοντέλο γκαλερί, σε συνδυασμό με το υλικό που δίνει ο Πειραιάς. Ειδικά από τη στιγμή που η περιοχή βιώνει έναν Πολεοδομικό εξευγενισμό στον οποίο μετέχουμε και εμείς...».

Πως ανταποκρίνονται οι ξένοι καλλιτέχνες στην πρόσκληση ελληνικών γκαλερί;

«Πολύ πιο θετικά από όσο νόμιζα. Ο πολιτισμός και το φυσικό τοπίο ενδιαφέρουν πολύ τους ξένους δημιουργούς. Επίσης η χώρα μας, για το μέγεθός της, έχει πολύ σημαντικούς συλλέκτες σύγχρονης τέχνης, όπως οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Οικονόμου και Δάκης Ιωάννου, και αυτό αποτελεί πρόκληση για τους καλλιτέχνες και το αντιμετωπίζουν ως μεγάλη ευκαιρία . Πρέπει να σημειωθεί ότι για μια ελληνική γκαλερί είναι ευκολότερο από οικονομικής πλευράς να παρουσιάσει το έργο της ανερχόμενου καλλιτέχνη που ξέρει ότι δεν είναι εμπορικός, από ό,τι για μια νεοϋορκέζικη. Αυτό βοηθάει και της χώρους να προσελκύσουν καλλιτέχνες και δίνει παράλληλα την ευκαιρία για πειραματισμούς.»

Ποια ήταν η συμβουλή της μητέρα της όταν αποφασίσατε να εμπλακείτε με τον χώρο της τέχνης;

«Από μικρή ήθελα να γίνω καλλιτέχνης . Μου άρεσε να ζωγραφίζω και η οικογένειά μου με ενθάρρυνε με κάθε τρόπο. Πριν πάω στο πανεπιστήμιο συνειδητοποίησα ότι δεν θέλω να γίνω καλλιτέχνης και αποφάσισα να ασχοληθώ με την ιστορία της τέχνης. Μόλις πήρα την απόφαση αυτή δεν σήκωσα ξανά μολύβι... Βέβαια στο μυαλό μου, όταν σπούδαζα στο Goldsmiths του Λονδίνου, στριφογύριζε περισσότερο η ακαδημαϊκή καριέρα . Η πρακτική συμβουλή της μητέρας μου ήταν να εκμεταλλευτώ τις γνώσεις μου και να ασχοληθώ με την αγορά της τέχνης. Θα μπορούσα να πω , ας μου επιτραπεί η έκφραση, ότι δεν επέλεξα εγώ το επάγελμα, αλλά αυτό με επέλεξε… Νιώθω τυχερή που πάντα δίπλα μου έχω την οικογένειά μου και πραγματικούς φίλους να με στηρίζουν».

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια που έχετε στο μυαλό σας;

Έχω κλείσει το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος του εκθεσιακού χώρου για τον επόμενο χρόνο και μένουν απλά κάποιες μικρές λεπτομέρειες για να οριστικοποιηθεί. Αυτό που έχω στο μυαλό μου και θέλω να το επεξεργαστώ καλύτερα μόλις βρω λίγο χρόνο είναι να "τρέξουν" στον χώρο κάποια εκπαιδευτικά προγράμματα».

INFO

«John Knight, Headshots, α work in situ»

ΤHE INTERMIΣΣΙΟΝ

Πολυδεύκους 37Α, Πειραιάς , έως τις 19 Νοεμβρίου 2019.